Αναγνώστες

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

''ΠΑΣΧΑ Τ’ ΑΠΡΙΛΗ '' ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΠΑΣΧΑ Τ’ ΑΠΡΙΛΗ                                                                    
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΘΕΜΑ: Οι νοσταλγικές αναμνήσεις του αφηγητή από τα παιδικά του χρόνια, όταν περνούσε το Πάσχα στο χωριό του.
ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΕΑ: Η ομορφιά των παιδικών αναμνήσεων συνδεδεμένων με πρόσωπα και εικόνες από παλαιότερες μορφές ζωής.

ΕΝΟΤΗΤΕΣ:
1Η ΕΝΟΤΗΤΑ: «Ο Απρίλης ήταν κάποτε… νοτισμένο χώμα».
2Η ΕΝΟΤΗΤΑ: «Στο πατρικό μας… εκπαιδεύσεως».
3Η ΕΝΟΤΗΤΑ: «Μόλις πήγα… με επιμέλεια».

ΠΛΑΓΙΟΤΙΤΛΟΙ:
1Η ΕΝΟΤΗΤΑ: Οι εντυπώσεις της διαδρομής και η άφιξη στο χωριό.
2Η ΕΝΟΤΗΤΑ: Οι ωραίες εμπειρίες από την παραμονή στο χωριό τις μέρες του Πάσχα.
3Η ΕΝΟΤΗΤΑ: Οι εντυπώσεις της επιστροφής έπειτα από πολύχρονη απουσία.

ΤΕΧΝΙΚΗ:
-          α’ πρόσωπη αφήγηση.
-          Το διήγημα είναι αυτοβιογραφικού χαρακτήρα.
-          Υπάρχουν δύο χρονικά επίπεδα της αφήγησης, του παρελθόντος και του παρόντος.
-          Η αφήγηση γίνεται από την οπτική γωνία του ώριμου αφηγητή.
-          Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος (Απρίλης) λειτουργεί ως αφορμή της μνημονικής ανάκλησης του παρελθόντος από τον αφηγητή

ΤΟΝΟΣ: Νοσταλγικός, απολογητικός.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ:
-          Περιγραφή.
-          Αφήγηση.
-          Σχόλια του αφηγητή.
-          Διάλογοι.
ΓΛΩΣΣΑ: Απλή δημοτική, καλοδουλεμένη και εκφραστική, με λίγες λόγιες λέξεις και εκφράσεις. Οι προτάσεις είναι σύντομες, η σύνταξη παρατακτική. Στο λεξιλόγιο κυριαρχούν τα ουσιαστικά.
ΥΦΟΣ: Πυκνό, απλό με τόνους νοσταλγικούς και διάθεση απολογητική.

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ:
-          Εικόνες.
-          Μεταφορές.

ΙΔΕΕΣ – ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ:
-          Παρουσιάζει με απλότητα και ευαισθησία τις πολύτιμες αναμνήσεις από πρόσωπα και πράγματα της παιδικής ηλικίας, την αξία των οποίων συνειδητοποιεί κανείς ωριμάζοντας.
-          Πλούτος συναισθημάτων όπως χαρά, τρυφερότητα, αγάπη, νοσταλγία, αλλά και θλίψη, πίκρα, μεταμέλεια.
-          Γίνεται επίμονη αναφορά και σε μια εμπειρία που σχετίζεται με τους ανθρώπους που έχουν ζήσει στη μεθόριο.
ΘΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Εορταστικές παραδόσεις και οικογενειακοί δεσμοί

Παιδικές αναμνήσεις και σύγχρονη πραγματικότητα


Η παιδική ηλικία

– διαδρομή για το χωριό

Το πρώτο μέρος του αφηγήματος αφιερώνεται στη διαδρομή που πρέπει να καλύψει κανείς για να φτάσει στο χωριό, την Πόβλα. Ο αφηγητής σημειώνει τα κύρια σημεία και τις δυσκολίες της διαδρομής: έλεγχος στη γέφυρα του Καλαμά, λίγες ώρες υποχρεωτική στάση στο Φιλιάτι και μετά δρόμος ανηφορικός, στριφογυριστός, χωρίς άσφαλτο, που περνάει από διάφορα χωριά. Το ταξίδι κρατά μια ολόκληρη μέρα. Σίγουρα η ταλαιπωρία θα ήταν μεγάλη, αλλά στα μάτια του αφηγητή η διαδρομή είναι μαγευτική –τότε και τώρα:

Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.

Ακόμα και σήμερα, αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.

 

– πασχαλινές διακοπές στο χωριό

Οι ξένοιαστες μέρες στο χωριό δίνονται με μια σειρά εικόνων, όλων των τύπων: οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, απτικές:

 

Οπτικές

  • Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπαρμπα-Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά.

  • Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες, μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου.

  • Τρεχαλητά με τ’ άλλα παιδιά, επισκέψεις στις θείες, βόλτες στους κήπους του Μαμά, στ’ αμπέλια της Φέρας, στην Αϊ-Παρασκευή. Άρχιζαν δειλά να κοκκινίζουν οι πρώτες κουτσουπιές.

  • Χαρούμενα, απλά παιδιά, μας άφηναν να δούμε και με τα κιάλια μέσα στο Αλβανικό. Φέρναμε κοντά μας εικόνες από ανθρώπους, κυρίως γυναίκες να σκάβουν εν σειρά ή να κάνουν άλλες δουλειές, πάντα σε ομάδες. Είχαν κατασκευάσει και μια τεχνητή λίμνη για την άρδευση. Παρ’ όλο που με τα κιάλια είχα απτό το αντικείμενο της περιέργειάς μου, η έλξη και το μυστήριο βάθαιναν.

 

Ακουστικές

  • Το πρωί μάς ξυπνούσαν πετεινοί, γομάρια, αίγες, βετούλια· φωνούλες απ’ τις γυναίκες που φούρνιζαν, σκούπιζαν, έκοβαν κλαρί. Μαζεμένο το χωριό, αμφιθεατρικά χτισμένο, δημιουργούσε τέλεια ηχητική.

  • Από την Ανάσταση θυμάμαι κάπως τις στρακαστρούκες, που τις πιέζαμε με τις σόλες.

  • Όταν αναχωρούσαμε, χαράματα, για την Ηγουμενίτσα ήταν για μας Μεγάλη Παρασκευή. Πονούσαμε και τα τρία, λες και μας ξερίζωναν. Η αδερφή μου με κλάματα και φωνές, «γιαγιά μουουου», ξύπναγε το χωριό.

 

Οσφρητικές

  • Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ’ αγριολούλουδα του Απριλιού -φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες, η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.

  • Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος.

  • Τα τριαντάφυλλα, πυκνόφυλλα και μοσχομυριστά, ροζ άσπρα, ήταν παντού. Στις αυλές και στους φράχτες. Σου έσπαιναν τη μύτη. [και οπτική]

 

Απτικές

  • Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ’ το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που -Κύριος οίδε πώς- το ‘χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματική.

  • Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.

  • Όλες οι εικόνες μαζί συγκροτούν ένα σύνολο που αποτυπώνει τις ευτυχισμένες και ξένοιαστες μέρες της αθωότητας, της παιδικής ηλικίας.

 

Η ωριμότητα

Ώριμος πλέον ο αφηγητής ξαναβρίσκεται για λίγο στο χωριό του. Στο σύντομο τελικό τμήμα δίνονται όλες οι αλλαγές που έχουν επέλθει στο μεταξύ: η γιαγιά έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και το σπίτι εγκαταλείφθηκε· μόνο η ταυτότητά της έχει μείνει και δίνει αφορμή στον αφηγητή να σημειώσει την πιο συγκινητική ίσως φράση του διηγήματος:

Απ’ τη μικρή φωτογραφία με κοιτούσε πάλι μ’ εκείνη την αγάπη της, που μας έθρεψε και μας εφοδίασε για μια ολόκληρη ζωή.

Δεν είναι όμως μόνο το σπίτι του αφηγητή εγκαταλειμμένο. Το χωριό έχει σχεδόν ερημώσει και μια νέα πραγματικότητα επικρατεί στην περιοχή. Μετά τις πολιτικές μεταβολές στη γειτονική Αλβανία πολλοί Αλβανοί έρχονται με όποιον τρόπο μπορούν στην Ελλάδα, για να εργαστούν. Το διήγημα ολοκληρώνεται με ένα σχετικό επεισόδιο: κάποιοι στρατιώτες έχουν συλλάβει Αλβανούς λαθρομετανάστες και τους έχουν φέρει στο μαγαζάκι του χωριού. Ένας στρατιώτης, πρωτευουσιάνος, που υπηρετεί πολύ μακριά από τον τόπο του, αντιδρά με τρόπο προσβλητικό όχι μόνο για τους Αλβανούς, αλλά και για τον τόπο όπου τον έστειλε ο στρατός να υπηρετήσει τη θητεία του. Αντίθετα, ο ντόπιος μαγαζάτορας τους αντιμετωπίζει με σεβασμό: του φιλεύει λουκούμια, ξέροντας πόσο ταλαιπωρημένοι είναι.

 

Χάρτης των ηπειρώτικων χωριών νοτίως της Μουργκάνας. Το χωριό του αφηγητή σημειώνεται με το σημερινό του όνομα, Αμπελώνας. [πηγή: Ήπειρος, Θεσπρωτία, Μουργκάνα]

 

Αφηγηματική τεχνική

 

Ο τύπος του αφηγητή και αφηγηματικοί τρόποι

Στο διήγημα έχουμε έναν αφηγητή που αφηγείται τη δική του ιστορία, δηλαδή περιστατικά τα οποία έζησε ο ίδιος. Κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ο διάλογος εμφανίζεται μόνο σε ένα σημείο, για να δώσει με πιστότητα και ζωντάνια μια σύντομη και χαρακτηριστική συζήτηση ανάμεσα σε δυο γειτόνισσες: τη γιαγιά Αγγελούδω και τη θεία Λόλα. Αντίθετα, τα περιγραφικά κομμάτια είναι αρκετά, μια και ο αναγνώστης πρέπει να εξοικειωθεί με την τοπογραφία της περιοχής και του χωριού:

Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.

Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.

Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες, μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου.

Πέρσι πήγα στο χωριό μου, μετά τη Λαμπρή, για ολιγόωρη επίσκεψη. Το πατρικό μου χορταριασμένο, ετοιμόρροπο. Ο κηπάκος του πνιγμένος στην άγρια βλάστηση.

 



ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Πρόκειται για ένα διήγημα που αποκλίνει από την τυπική παραδοσιακή μορφή, αφού η υπόθεση του δεν εξελίσσεται με βάση το δομικό σχήμα πλοκή - δέση -κορύφωση - λύση, αλλά υπάρχει μια χαλαρή δομή που συνδέει τα επιμέρους, δηλαδή τις αναμνήσεις του αφηγητή. Η ενότητα του αφηγηματικού πλαισίου διαρρηγνύεται συχνά από σχόλια και αναφορές στη σύγχρονη εποχή (π.χ. όταν ο αφηγητής αναφέρεται στη μαθητική ζωή και στα φοιτητικά του χρόνια). Στο σύνολό του λειτουργεί σαν μνημονική ανάκληση του αφηγητή στην παιδική του ηλικία και στις πασχαλινές διακοπές στο χωριό του. Ο τόνος είναι τρυφερός, νοσταλγικός, απολογητικός. Ο συγγραφέας - αφηγητής θυμάται με συγκίνηση τα συγγενικά του πρόσωπα, νοσταλγεί την άδολη αγάπη των απλών ανθρώπων του χωριού και ιδίως της γιαγιάς του, η μορφή της οποίας έχει καθαγιαστεί στη συνείδησή του. Ο ώριμος αφηγητής θυμάται τα παιδικά του χρόνια και αναβιώνει το πασχαλινό κλίμα του χωριού με οπτικές εικόνες (ανθισμένη απριλιάτικη φύση, βουνά, ποτάμι, χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα), μυρωδιές (η μύτη μας είχε πανηγύρι), με εικόνες γευστικές (πατάτες γιαχνί), ακουστικές (στρακαστρούκες), απτικές (κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα). Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη γειτνίαση του χωριού του με την Αλβανία, εκφράζοντας την περιέργεια του ίδιου και των συγχωριανών του στο παρελθόν για την κατάσταση που επικρατούσε στη σύνορή  τους χώρα. Οι όροι στο αφηγηματικό του παρόν έχουν μεταβληθεί και οι Αλβανοί λαθρομετανάστες συλλαμβάνονται στην Ελλάδα. Ως προς τη δομή το αφήγημα οργανώνεται με βάση τα αντιθετικά σχήματα: ακμή - παρακμή, τότε - τώρα, παιδί - ενήλικος, που προσδιορίζουν και τα δύο χρονικά επίπεδα της αφήγησης. Ο ομοδιηγητικός / αυτοδιηγητικός αφηγητής (αφηγείται τη δική του ιστορία) αρχίζει την εξιστόρηση από το τώρα, με αφορμή τις πρόσφατες απριλιάτικες διακοπές του. Μέσω της μνήμης πραγματοποιεί ένα άλμα στο παρελθόν, στις παιδικές του πασχαλιάτικες διακοπές στο πατρικό χωριό Πόβλα. Η αφήγηση του «τότε» ενσωματώνεται στο πρώτο αφηγηματικό επίπεδο του «τώρα», το οποίο εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος του διηγήματος.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ


 ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ :

1. Γράφεις στο ιστολόγιο του σχολείου σου ένα άρθρο για ένα πασχαλινό έθιμο του τόπου σου που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

2.Εντοπίστε τα παρακάτω στοιχεία του διηγήματος.


Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

1. Ποια συναισθήματα είχε ο αφηγητής κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό του για το Πάσχα και πού οφείλονται αυτά; 

Ο αφηγητής κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό του για το Πάσχα ένιωθε μεγάλη χαρά. Ένιωθε έτσι γιατί έβλεπε τους συγγενείς του που αγαπούσε πολύ και ιδιαίτερα τη γιαγιά του που της είχε μεγάλη αδυναμία. Στο πατρικό του ένιωθε ζεστασιά και περνούσε ευχάριστα παίζοντας παιχνίδια στη φύση. 

2. Ο αφηγητής έχει κρατήσει στη μνήμη του όλες εκείνες τις εμπειρίες του χωριού του που απολάμβανε μέσω των αισθήσεων. Βρείτε τις οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές κτλ. εικόνες του κειμένου.
Οπτικές εικόνες: - «Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων». - «Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας.


    β) Να δώσετε έναν διαφορετικό τίτλο στο απόσπασμα.

 

 

Πασχαλινό Διήγημα "Το πρώτο μου Πάσχα" του Γρηγορίου Ξενόπουλου




Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

''Του Βασίλη'' Κλέφτικο

Τα κλέφτικα τραγούδια ,ως διακριτό είδος των επικών δημοτικών τραγουδιών, πήραν το όνομά τους από το περιεχόμενο των στίχων τους. Σε ό,τι αφορά στον ελλαδικό χώρο τα κλέφτικα τραγούδια είναι δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης περιόδου της Τουρκοκρατίας μετά τον 16ο αιώνα και στα θέματά τους διαφαίνεται η επαναστατική δράση των κλεφτών και των αρματολών.
Στους στίχους εγκωμιάζεται η ζωή, τα κατορθώματα, η νικηφόρα μάχη ή ο ένδοξος θάνατός τους. Μολονότι αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, δεν περιλαμβάνουν ακριβή διήγηση, ούτε προσήλωση σε συγκε­κριμένα πρόσωπα .
Εδώ οι ήρωες, σε αντίθεση από τα ακριτικά, δεν έχουν υπερφυσικές ικανότητες και είναι απλοί θνητοί.
Στα ολιγόστιχα λιτά, χωρίς εξηγήσεις και περιγραφές περιστατικών, κλέφτικα τραγούδια η μετάβαση από την μια εικόνα στην άλλη γίνεται γρήγορα.
Σε όλα σχεδόν απαντάται ζωντανός διάλογος μεταξύ προσώπων, ενώ ενίοτε, όταν δεν υπάρχει δεύτερο πρόσωπο, ο δημιουργός εισάγει μια συμβατική εικόνα, ένα πουλί με ανθρώπινη λαλιά, μια κόρη, προκειμένου να παραχθεί ο διάλογος.



''Του Βασίλη''   Κλέφτικο
         Τα κλέφτικα τραγούδια έχουν ως θέμα τη ζωή και τα κατορθώματα των κλεφτών. O Βασίλης, ο κεντρικός ήρωας του τραγουδιού, επιλέγει, όπως έκαναν πολλοί νέοι άντρες στα χρόνια της τουρκοκρατίας, να φύγει από τη σκλαβιά και να ζήσει την ελεύθερη ζωή των κλεφτών. Τόσο η εθνική όσο και η κοινωνική του περηφάνια τον ωθούν να εγκαταλείψει τα υλικά αγαθά μιας υπόδουλης ζωής και να γίνει αντάρτης, ελεύθερος μέσα στη φύση των απόκρημνων βουνών.
«Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια* να δουλεύουν.
- Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να 'μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους.*
Φέρε μου τ' αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια,
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγγους,*
να βρω λημέρια* των κλεφτών, γιατάκια* καπετάνων•
και να σουρίξω* κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες».


Πουρνό* φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται.
«Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς, λαγκάδια με τις πάχνες!
- Καλώς το τ' άξιο το παιδί και τ' άξιο παλικάρι».
 

Ν.Γ. Πολίτη, Δημοτικά τραγούδια, Γράμματα



Ενότητα 1η: Η συμβουλή της μάνας

(Βασίλη ………..να δουλέψουν)
Το κλέφτικο τραγούδι μας μεταφέρει στην ιστορικοκοινωνική πραγματικότητα των προεπαναστατικών χρόνων.

Μια μάνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από αγάπη και φροντίδα για το γιο της, τον Βασίλη, του προτείνει να κάτσει φρόνιμα: δηλαδή να μην κάνει κάτι παράτολμο, να λειτουργήσει με βάση τη λογική, να κάτσει σπίτι του, να γίνει νοικοκύρης και να επιλέξει την γεωργική και κτηνοτροφική ζωή που του εξασφαλίζει ηρεμία και οικονομική άνεση.

Η μητέρα απευθύνεται στο γιο της σε β πρόσωπο . Η ζωή που περιγράφει η μητέρα στο γιο της φαίνεται μια όμορφη ζωή με ανέσεις και ηρεμία αλλά αποσιωπάται ένα σημαντικό στοιχείο: η έλλειψη ελευθερίας

Ενότητα 2η: Η απόφαση του Βασίλη να γίνει κλέφτης

(Μάνα μου……… Αρβανίτες)
  
Ο Βασίλης είναι ένας κοινός άνθρωπος αλλά το ιδανικό της ελεύθερης ζωής και η βαθιά αίσθηση της αξιοπρέπειας τον οδηγούν να απαρνηθεί την βολεμένη ζωή του υπόδουλου και να διαλέξει την επικίνδυνη αλλά ελεύθερη ζωή των κλεφτών. Ο Βασίλης απαντά κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να κάτσει φρόνιμα για να αποκτήσει όλα όσα του ανέφερε η μητέρα του και να συμβιβαστεί με μια υπόδουλη ζωή. Στο λόγο του επαναλαμβάνει κάποια από τα λόγια της μάνας του και λέει ότι δεν δέχεται να είναι σκλάβος των Τούρκων ή των Ελλήνων που συνεργάζονταν με τους Τούρκους και εκμεταλλεύονταν τους συμπατριώτες τους. Στα λόγια του διακρίνουμε προμηνύματα του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.



Ο Βασίλης ανακοινώνει την απόφαση του ,που είναι να γίνει κλέφτης και να φύγει στα βουνά. Μάλιστα ζητά από την ίδια τη μητέρα του αν του δώσει τα όπλα του ώστε να την κάνει να συμμετέχει και αυτή  στην απόφαση του. Η παρομοίωση «να πεταχτώ σαν το πουλί» φανερώνει τη δίψα του Βασίλη για ελευθερία. Ο Βασίλης αισθάνεται την ανάγκη να βαδίζει ελεύθερα αλλά αυτό δεν του αρκεί: θέλει να κάνει και πόλεμο εναντίον των κατακτητών: δηλώνεται η ανδρεία και η γενναιότητα του.
 Η πορεία του προς τα βουνά περιγράφεται πολύ γλαφυρά και παραστατικά. Η κλιμάκωση και το ασύνδετοπαρουσιάζουν την πορεία του Βασίλη προς την κλεφτουριά, την ανάληψη δράσης και την έναρξη του αγώνα κατά των Τούρκων. 

Ο Βασίλης παρουσιάζεται: αξιοπρεπής, ασυμβίβαστος, αποφασιστικός, υπερήφανος, λάτρης της ελευθερίας, γενναίος, τολμηρός, αγωνιστής, άξιος συνεχιστής των προγόνων του.




Ενότητα 3η : Η πραγματοποίηση της απόφασης του Βασίλη

(Πουρνό……παλικάρι)

Ο Βασίλης αποχαιρετά τη μητέρα του η οποία δεν κάνει καμιά προσπάθεια να τον μεταπείσει και αποδέχεται την απόφαση του. Ο Βασίλης φτάνει στον προορισμό του και μιλά με τα στοιχεία της φύσης που τον υποδέχονται στην καινούρια του ζωή.  Ο Βασίλης χαίρεται που είναι πια ελεύθερος και τα προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης τον καλοδέχονται και τον επαινούν.





Στιχουργική- γλώσσα

Το τραγούδι έχει όλα τα τυπικά γνωρίσματα των δημοτικών τραγουδιών:
1.Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ανομοιοκατάληκτος και χωρίζεται σε δύο ημιστίχια. Κάθε στίχος έχει ολοκληρωμένο νόημα.
 2.Η γλώσσα είναι απλή, λαϊκή, δημοτική, κυριαρχούν οι ρηματικοί τύποι, απουσιάζουν τα επίθετα και υπάρχουν ιδιωματικές λέξεις( γένεις, κοπέλια, σουρίξω, γιατάκια).
3. Υπάρχει παρατακτική σύνδεση, εκφραστική λιτότητα, προσωποποίηση και συνομιλία με τη φύση.

Ύφος : ζωντανό, παραστατικό, γρήγορο, (διάλογος, ενεστώτας), συγκινητικό (όταν η μάνα τον συμβουλεύει), ηρωικό (όταν η κλεφτουριά τον υποδέχεται).
  
 Ερωτήσεις 
  • 1. Να διακρίνετε το κλέφτικο τραγούδι που διαβάσατε σε δύο (2) νοηματικές ενότητες και να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για την καθεμιά.
  • 2. Τι είναι το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι και ποιο είναι συνήθως το περιεχόμενό του
  • 3. Το συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι ποιες βασικές αξίες και ιδανικά της τότε εποχής προβάλλει;
  • 4. Σε ποια συναισθηματική κατάσταση βρίσκεται η μάνα του «μελλοντικού» κλέφτη; Τι νιώθει για το παιδί της και τι θέλει να πετύχει με τα λόγια της;
  • 5. Στο δημοτικό αυτό τραγούδι παρουσιάζονται δύο διαφορετικές απόψεις σχετικά με το «ποιον» της ανθρώπινης συμπεριφοράς απέναντι στην υποδούλωση και τη στέρηση της ελευθερίας. Να τις εντοπίσετε και να τις αναπτύξετε.
  • 6. Να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα του αγωνιστή Βασίλη και τις μητέρας του. Να δικαιολογήσετε τους χαρακτηρισμούς που θα αποδώσετε.
  • 7. Να παρουσιάσετε τη δομή της στιχουργικής σύνθεσης του τραγουδιού.
  • 8. Ποιο είναι το ύφος του ανώνυμου δημιουργού και ποια γλώσσα χρησιμοποιεί; 
  • 9. Να αντιστοιχίσετε τις προτάσεις της Στήλης Α’ με τα κατάλληλα σχήματα λόγου της Στήλης Β’:

    ΣΤΗΛΗ Α’
    ΣΤΗΛΗ Β’
    «να πεταχτώ σαν το πουλί»
    αντίθεση
    «να πάρω… να περπατήσω… να βρω…»
    ασύνδετο σχήμα
    «Φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι»
    οπτική εικόνα
    «να πάρω δίπλα τα βουνά»
    μεταφορά
    «Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται»
    ηχητική εικόνα
    «και να σουρίξω κλέφτικα»
    επανάληψη
    «που πολεμούν με την Τουρκιά»
    παρομοίωση

10.  O πλούσιος έχει τα φλωριά, έχει o φτωχός τα γλέντια.
Άλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη,
μα γώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
το χει καμάρι η λεβεντιά, κι' ο κλέφτης περηφάνεια.


«Κλέφτικο· 
 Ποιες πληροφορίες για τη ζωή των κλεφτών μας δίνουν τα δύο δημοτικά τραγούδια;

   ·  Πώς αντιμετωπίζει ο λαός την επιλογή των «κλεφτών» να φύγουν στο βουνό και πώς κρίνει τις πράξεις τους;
  • O Βασίλης έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε δυο μορφές ζωής. Ποιες είναι αυτές; Ποιαν επιλέγει και γιατί; Πώς αξιολογείτε αυτή την επιλογή;
  • Τι σημαίνει η λέξη φρόνιμα στο τραγούδι μας;
  • Ο Βασίλης παίρνει αμέσως την απόφασή του; Την υλοποιεί γρήγορα;
  • Ποια είναι η ζωή των κλεφτών όπως φαίνεται από το κείμενο;
  • Ποιο πιστεύετε ότι  είναι το περιεχόμενο των κλέφτικων τραγουδιών; Ποιες αξίες θα προβάλλονται σε αυτό το είδος των τραγουδιών;

Ακούστε το κλέφτικο "Του Βασίλη"

Το τραγούδι αυτό έχει μεγάλη διάδοση στη Θεσσαλία. Ακούστε μια παραλλαγή από αυτές που κυκλοφορούν:



Κλέφτικα τραγούδια: στίχοι

Δικτυογραφία:http://2stav-glossa.blogspot.gr/2014/02/blog-post_25.html

Γλυκό του κουταλιού

  Γλυκό του κουταλιού           Μεγάλο μέρος της ποίησης του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη απηχεί το ιστορικό γεγονός της τουρκικής ει...